Ἐρινύς

Ἐρῑνύς (so, not Ἐριννύς, in best codd. and Inscrr., cf. Tab.Defix.108 (iii/ii B. C.), IG12(3).367 ([place name] Thera); later Ἐρεινύας ib.12(9).1179.34 (Euboea, ii A. D.)), gen. ύος, ἡ: pl. Ἐρινύες, acc.
A

Ἐρινῦς Od.2.135

, etc.; gen. pl. Ἐρινύων trisyll., E.IT931,970. [ῡ in trisyll. cases (nom. sg.

-ῡς E.Med.1389

(anap.), but acc. sg. -ῠν ib.1260 (lyr., s.v.l.)), [pron. full] in quadrisyll.]:—the Erinys, an avenging deity,

ἠεροφοῖτις Ἐ. Il.9.571

, 19.87 ;

δασπλῆτις Ἐ. Od.15.234

: more freq. in pl.,

μήτηρ στυγερὰς ἀρήσετ' Ἐρινῦς 2.135

, etc.;

Γαῖα..γείνατ' Ἐρινῦς Hes.Th.185

; later three in number,

μίαν τριῶν Ἐ. E.Tr.457

(troch.), cf. Apollod.1.1.4, etc.; avengers of perjury, homicide, unfilial conduct, etc., Il.19.259, 9.454 ; upholders of the natural and moral order,

ἥλιος οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰ δὲ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν Heraclit. 94

; Ἐρινύες ἔσχεθον αὐδήν (sc. of the horse of Achilles, as rebuking presumption), Il.19.418: com., Ἐρινύων ἀπορρώξ, of Timon, Ar.Lys.811 (lyr.).
II in less personal sense, guilt, punishment invoked upon the guilty, freq. c. gen., μητρὸς Ἐρινύες curses from one's mother, Il.21.412, Od.11.280 ;

τείσαιτο ἐρινῦς πατρὸς παίδων τε Hes. Th.472

;

ἱδρύσαντο Ἐρινύων τῶν Λαΐου τε καὶ Οἰδιπόδεω ἱρόν Hdt.4.149

;

Ἀρά τ' Ἐρινὺς πατρὸς ἡ μεγασθενής A.Th.70

, cf. S.OC1434, etc.; later in Prose,

ξενικαὶ Ἐ. Pl.Ep.357a

;

ἐρινῦς καὶ ποινὰς τῶν δι' ἐκεῖνον ἠτυχηκότων Plb.23.10.2

; of persons in whom such powers are embodied,

νυμφόκλαυτος Ἐ. A.Ag.749

(lyr.);

ἔτεκε νύμφα δόμοις Ἐ. S.Tr.895

(lyr.), cf. E.Med.1260 (lyr.), etc.; φρενῶν Ἐρινύς frenzy of the soul, S.Ant.603 (lyr.); Ἐρινὺν ἐπορθιάζειν raise a Fury-song, A.Ag.1119.
III epith. of Demeter in Arcadia, Antim.28, Call. Fr.207, Paus.8.25.6.
IV = Ἀφροδίτης εἴδωλον, Hsch. (Derived from Arc. ἐρινύειν, = θυμῷ χρῆσθαι, by Paus. l.c.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἐρινῦς — Ἐρινύς the Erinys fem acc pl Ἐρινύς the Erinys fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ερινύς — και Ερινύα, η συνήθ. στον πληθ. Ερινύες, οι (Α Ἐρινύς, ἡ; Ἐρινύες, αἱ) καταχθόνιες θεές που τιμωρούσαν κάθε ανόσια πράξη και βασάνιζαν τους άδικους και παράνομους και στην παρούσα ζωή και μετά θάνατο νεοελλ. 1. δύναμη εκδικήτρια, καταστρεπτική… …   Dictionary of Greek

  • Ἐρινύς — Ἐρινύ̱ς , Ἐρινύς the Erinys fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρινύων — Ἐρινύς the Erinys gen pl Ἐρινύς the Erinys fem gen pl ἐρινύω pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινῦν — Ἐρινύς the Erinys fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινύας — Ἐρινύς the Erinys fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινύες — Ἐρινύς the Erinys fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρινύες — Ἐρινύς the Erinys fem nom/voc pl ἐρινύε̄ς , ἐρινύω pres ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινύος — Ἐρινύς the Erinys fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινύσι — Ἐρινύς the Erinys fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινύσιν — Ἐρινύς the Erinys fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.